Skip to main content

Μιλουτίνοβ: «Η νίκη επί του Καναδά στον ημιτελικό της Μανίλα, η αγαπημένη μου με την Σερβία»

Με αφορμή την παρουσία του στα «παράθυρα» του Αυγούστου με Ισλανδία (28/8) και Ιταλία (31/8), ο Νίκολα Μιλουτίνοβ μίλησε στην «Mozzart Sport» και θυμήθηκε στις στιγμές με την εθνική ομάδα της χώρας του, που δεν θα ξεχάσει ποτέ.

Αναλυτικά:  

Τονίζεις συχνά ότι η ατμόσφαιρα στην εθνική ομάδα είναι κάτι το ιδιαίτερο. Πώς καταφέρνετε περίπου είκοσι παίκτες, μετά από επίπονες σεζόν και μεγάλη σωματική καταπόνηση, να συγκεντρώνεστε για ένα καλοκαίρι και να λειτουργείτε αμέσως σαν κολλητοί από τη γειτονιά;

«Βλέπω τους συμπαίκτες μου στις ομάδες τους κατά τη διάρκεια της χρονιάς και δεν έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε παρέα σε αυτούς τους 10-11 μήνες. Είναι όμως πάντα όμορφο όταν έρχεσαι στην εθνική και τους βλέπεις όλους πάλι μαζεμένους. Προσπαθούμε να αξιοποιήσουμε αυτό το διάστημα για να περάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο μαζί. Για μένα αυτό είναι το ομορφότερο κομμάτι και θεωρώ πως γι' αυτό ανταποκρίνονται όλοι στο κάλεσμα επειδή πραγματικά απολαμβάνουν αυτή την περίοδο. Όχι μόνο λόγω της στάσης απέναντι στο εθνόσημο και τη φανέλα, αλλά και λόγω αυτής της πλευράς. Απολαμβάνουμε την παρουσία του ενός δίπλα στον άλλον και δεν υπάρχει αρνητική ενέργεια. Οι μεγαλύτεροι ήμασταν φίλοι πριν από περίπου 10 χρόνια. Ήμασταν μαζί στα 18-19 μας και αυτό μεταφέρθηκε από τις μικρές εθνικές στην ομάδα των Ανδρών. Όσα παιδιά προστέθηκαν μετά, λίγο νεότερα, είχαν κι αυτά τη δική τους παρέα και γνωρίζονταν από πριν. Προσαρμοστήκαμε γρήγορα, όλα τα παιδιά εδώ είναι απίθανοι χαρακτήρες και εξαιρετικοί άνθρωποι, οπότε δημιουργήθηκε ένα πραγματικά υπέροχο σύνολο».

Μια και αναφέρθηκες στις μικρότερες ηλικίες, ας γυρίσουμε στο 2013 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U19 στην Πράγα. Τι θυμάσαι από εκείνον τον τελικό απέναντι στους Αμερικανούς;

«Φυσικά και θυμάμαι. Οι Αμερικανοί είχαν μια πραγματικά απίστευτη ομάδα. Θυμάμαι επίσης πώς ο Γιότσα Νόβακ τους έβαλε 20 πόντους! Νομίζω πως είχαν πέντε ή έξι παίκτες στο Top 10 του Draft στο NBA: τον Έλφριντ Πέιτον στις πρώτες επιλογές, τον Τζαλίλ Οκαφόρ στο Top 3, τον Άρον Γκόρντον στο Top 5, συν τους Μάρκους Σμαρτ, Νάιτζελ Ουίλιαμς-Γκος που όλοι γνωρίζουμε καλά σε Σερβία και Ευρώπη και τον Μοντρέζλ Χάρελ... Παράλληλα, στο τουρνουά αγωνίζονταν ο Ντάντε Έξουμ με την Αυστραλία και ο Ντάριο Σάριτς με την Κροατία. Ήταν ένα καταπληκτικό τουρνουά, αλλά είχαμε κι εμείς πολύ δυνατή ομάδα. Παίξαμε καλά σε όλη τη διοργάνωση και προβάλαμε την καλύτερη δυνατή αντίσταση στον τελικό. Οι Αμερικανοί εκείνη την περίοδο ήταν αθλητικά πολύ ανώτεροι από όλους μας. Ήμασταν ανταγωνιστικοί μέχρι το τέλος, όπου λυγίσαμε και μας νίκησαν με περίπου 15 πόντους διαφορές, ενώ τις υπόλοιπες ομάδες τις κέρδιζαν με 50 και 60 πόντους. Πετύχαμε ένα σημαντικό επίτευγμα με την κατάκτηση του μεταλλίου, που ήταν ο αρχικός στόχος. Μας έλειψε το χρυσό κάτι που λείπει και από την ανδρική ομάδα εδώ και χρόνια αλλά πιστεύω πως θα έρθει».

Σε εκείνη τη νεανική ομάδα, εσύ και ο Βάσα Μίτσιτς ήσασταν οι ηγέτες, αλλά υπήρχε και ο Νίκολα Γιόκιτς. Μπορούσες τότε να φανταστείς την επαγγελματική καριέρα που θα διαγράφανε όλοι σας;

«Ναι, ο Γιόκα ήταν μαζί μας, όπως και ο Τζόρτζε Σάλιτς, ο Νίκολα Γιάνκοβιτς, ο Γιότσα Νόβακ... Ήταν μια εξαιρετική γενιά και πολλοί παίκτες έκαναν καριέρες επιπέδου. Ο Νόβακ έκανε επίσης μια πολύ καλή πορεία, προσφέροντας τα μέγιστα σε εκείνο το τουρνουά. Αλλά βλέποντας και τις σημερινές μικρές εθνικές, έχουμε πολλούς ποιοτικούς παίκτες, κάτι που αποτελεί πηγή υπερηφάνειας και είναι θετικό για το σερβικό μπάσκετ. Έρχονται πολλοί νέοι παίκτες που κάποια στιγμή θα ηγηθούν της εθνικής Ανδρών».

Η πρώτη σου επαφή με την ανδρική ομάδα ήταν στο Ευρωμπάσκετ του 2015 σε Βερολίνο και Λιλ. Πώς ένιωσες όταν μπήκες για πρώτη φορά στα αποδυτήρια;

«Ήταν το τουρνουά όπου χάσαμε στον ημιτελικό από τη Λιθουανία και μετά από τη Γαλλία στον μικρό τελικό. Ήμουν ο νεότερος και βρισκόμουν εκεί απλώς για να συλλέξω εμπειρίες από τους γηραιότερους, όπου ηγούνταν παίκτες όπως ο Μπιέλιτσα, ο Ραντούλιτσα, ο Μπογκντάνοβιτς... Φανταστικοί αθλητές. Παίξαμε εξαιρετικά σε όλο το τουρνουά, κάναμε το 5-0 στον όμιλο, νικήσαμε την Ισπανία. Και μετά ήρθε εκείνος ο ημιτελικός με τη Λιθουανία, όπου μας επιβλήθηκαν σωματικά και κατά κάποιον τρόπο καταρρεύσαμε στη συνέχεια. Για μένα όμως ήταν η πρώτη επαφή με την ομάδα των Ανδρών και μια τεράστια εμπειρία».

Ποιος από εκείνους τους παίκτες σου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση στο ξεκίνημα;

«Ο Ραντούλιτσα! Όταν είσαι 20 ή 21 ετών και εμφανίζεται μπροστά σου... Ένιωθα τεράστιο δέος απέναντί του. Βλέπεις πόσο απίθανος παίκτης και χαρακτήρας είναι, αλλά στην αρχή, επειδή δεν τον γνώριζα προσωπικά, υπήρχε ένας φόβος. Είχε μια τεράστια καριέρα, συν το ότι αγωνιζόταν στη θέση μου, κι εγώ πάντα παρατηρούσα περισσότερο τους ψηλούς. Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι είναι εξαιρετικός τύπος και είναι απόλαυση να βρίσκεσαι δίπλα του, οπότε ο φόβος πέρασε».

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Σάσα Τζόρτζεβιτς σε εκείνο το πρωτάθλημα;

«Ο Σάλε είναι θρύλος του σερβικού μπάσκετ. Το γεγονός ότι δεν είχα αναβαθμισμένο ρόλο στο παρκέ μου φαινόταν απολύτως φυσιολογικό. Δεν γνώριζα καν αν θα βρισκόμουν στην τελική δωδεκάδα εκείνη τη στιγμή. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να είμαι παρών, να κάνω αυτό που αναλογούσε σε μένα, και οι αποφάσεις για την ομάδα ανήκαν σε εκείνον. Η δουλειά μαζί του και με αυτούς τους παίκτες ήταν μια τεράστια εμπειρία. Το να προπονείσαι απέναντι στον Ραντούλιτσα, τον Μπογκντάνοβιτς που ήταν ήδη top κλάση, τον Μπιέλιτσα, τον Έρτσεγκ... Καταλάβαινες πώς μεταβαίνεις στο υψηλότερο επίπεδο, τι σε περιμένει στην Ευρώπη και τι είδους αντιπάλους θα αντιμετωπίσεις».

Η επόμενη μεγάλη διοργάνωση ήταν το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην Κίνα το 2019. Πήγατε εκεί με το τεράστιο βάρος του φαβορί. Πώς θυμάσαι εκείνο το τουρνουά;

«Ταξιδέψαμε με τέσσερις σέντερ: τον Μπόμπαν Μαριάνοβιτς, τον Γιόκα, τον Ραντούλιτσα κι εμένα. Η ομάδα ήταν δυνατή, μόνο ο Τέοντοσιτς δεν μπόρεσε να αγωνιστεί λόγω τραυματισμού. Στη διάρκεια της προετοιμασίας νικούσαμε τους πάντες και δημιουργήθηκε τεράστιος θόρυβος γύρω μας. Παίζαμε καλά μέχρι την ήττα από την Ισπανία στη δεύτερη φάση ομίλων, που μας κλόνισε ελαφρώς. Μετά ήρθε ο προημιτελικός και η ήττα από την Αργεντινή. Στη συνέχεια νικήσαμε τις ΗΠΑ, αλλά αυτό έχει μικρή σημασία όταν δεν διεκδικείς μετάλλιο. Μας έμεινε μια πολύ πικρή γεύση, επειδή όλοι θεωρούσαν ότι μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι το τέλος, ενώ και οι Αμερικανοί δεν είχαν κατέβει με την πλήρη σύνθεσή τους... Κρίμα. Ωστόσο, η Αργεντινή έκανε καταπληκτικό τουρνουά, ο Σκόλα έπαιξε εξωπραγματικά, όπως και ο Μαρκ Γκασόλ για την Ισπανία. Σε ένα μονό παιχνίδι όλα μπορούν να συμβούν».

Παρόμοιο ήταν το σκηνικό και στο Ευρωμπάσκετ του 2022, αλλά η Μανίλα το 2023 έγραψε εντελώς διαφορετικό σενάριο. Ταξιδέψατε χωρίς αρκετούς παίκτες-κλειδιά, υπήρχε αμφισβήτηση από την κοινή γνώμη, και το τουρνουά κατέληξε με το ασημένιο μετάλλιο και μια ιστορική συσπείρωση. Πώς εξηγείς αυτή τη «μαγεία της Μανίλα»;

«Η Μανίλα είναι το αγαπημένο μου τουρνουά, ειλικρινά! Ήταν μια ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων. Δεν είναι εύκολο να ταξιδεύεις στην άλλη άκρη του κόσμου, ειδικά όταν ο κόσμος θεωρεί ότι χωρίς δύο από τους πιο σημαντικούς σου παίκτες η πορεία δεν θα είναι καλή. Σε εμάς όμως δημιουργήθηκε εντελώς φυσικά μια απίστευτη ενέργεια. Παίζαμε με λιγότερο άγχος σε σχέση με τις φορές που υπάρχει το "πρέπει". Ήμασταν όλοι σε παρόμοια ηλικία, με τον Στέφαν Γιόβιτς και τον Μπόγκνταν να είναι από τους μεγαλύτερους. Ημασταν μαζί όλη μέρα. Δεν βγαίναμε συχνά από το ξενοδοχείο λόγω της ανυπόφορης ζέστης, οπότε φτιάχναμε ατμόσφαιρα μαζευόμενοι στα δωμάτια. Και μετά, δυστυχώς, συνέβη ό,τι συνέβη με τον Μπόρισα Σίμανιτς... Αυτό μας έδωσε πρωτοφανές πείσμα. Παίξαμε για εκείνον, για να πετύχουμε ένα αποτέλεσμα και να βγει κάτι θετικό μέσα από αυτή την ατυχία του. Ο γιατρός Γκάγκα Ραντοβάνοβιτς έπαιξε τεράστιο ρόλο ώστε ο Μπόρισα να είναι καλά σήμερα. Καθαρίσαμε το μυαλό μας και δώσαμε τα πάντα».

Οι νίκες επί της Λιθουανίας και του Καναδά στα νοκ άουτ της Μανίλα έμειναν στην ιστορία. Ποιο από τα δύο παιχνίδια σου αποτυπώθηκε εντονότερα;

«Αυτό κόντρα στον Καναδά! Κατά τη γνώμη μου, ήταν το καλύτερό μας παιχνίδι στο τουρνουά. Ο Καναδάς είχε συντρίψει τη Γαλλία στον όμιλο με 30 πόντους διαφορά και ο Σέι Γκίλτζιους-Αλεξάντερ έπαιζε εξωπραγματικά. Εμείς όμως απέναντί τους λειτουργήσαμε σαν ρολόι, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Πιστέψαμε στους εαυτούς μας, "πετούσαμε" στο παρκέ. Όσο για τη Λιθουανία, είχε νικήσει προηγουμένως τις ΗΠΑ, δεν έχαναν σουτ, ο Κουζμίνσκας έβαζε τρίποντα από τη γωνία με χέρι στο πρόσωπο... Μπήκαμε στο παιχνίδι χωρίς άγχος και απλώς τους καταβροχθίσαμε στο γήπεδο. Στον τελικό με τη Γερμανία είχαμε αρκετές ατυχίες με τραυματισμούς και κάναμε χειρότερη εμφάνιση , ας μην μπούμε σε λεπτομέρειες τώρα, αλλά αυτό το ασημένιο μετάλλιο αποτελεί τεράστια επιτυχία».

Το καλοκαιρινό υπερθέαμα στο Παρίσι το 2024 απέφερε το χάλκινο μετάλλιο, αλλά και ένα παιχνίδι απέναντι στις ΗΠΑ για το οποίο θα μιλάνε για δεκαετίες. Πώς βλέπεις τώρα εκείνη τη μάχη, αλλά και την ανατροπή κόντρα στην Αυστραλία στον προηγούμενο γύρο;

«Απέναντι στην Αυστραλία χάνεις με 24 πόντους στο πρώτο ημίχρονο, ο Πάτι Μιλς τα βάζει όλα και δεν ξέρεις πώς να τον σταματήσεις. Και μετά έρχεται ο Κάρι στο τάιμ άουτ, με τα λόγια του να μας ξυπνήσει και να μας δώσει κίνητρο... Όταν μειώσαμε στους 11 μέχρι το ημίχρονο, γνωρίζαμε ότι το παιχνίδι ήταν ζωντανό. Επιστρέψαμε από το μηδέν! Όσο για τις ΗΠΑ... Όποτε με ρωτάει κάποιος για αυτό το παιχνίδι, μου χαλάει αμέσως η διάθεση. Είναι ίσως η σκληρότερη ήττα της καριέρας μου. Είχαν την ισχυρότερη δυνατή ομάδα, γύριζαν και εκείνο το ντοκιμαντέρ για το Netflix, κι εσύ θέλεις να τους καταστρέψεις το σενάριο και να νικήσεις τους καλύτερους στον κόσμο. Προετοιμαστήκαμε σκληρά, παίξαμε 35 λεπτά τέλειου μπάσκετ και στο τέλος το χάσαμε μέσα από τα χέρια μας. Έμεινε μεγάλη πικρία. Ειλικρινά, δεν μπορώ να μιλάω πολύ για αυτό το παιχνίδι».

Οι πανηγυρισμοί μετά την κατάκτηση του χάλκινου μεταλλίου κόντρα στη Γερμανία και η περίφημη παρουσία στην απονομή έχουν μείνει θρυλικοί...

«Ο μικρός τελικός ήταν στις 11 το πρωί. Θέλαμε μετά το παιχνίδι με τις ΗΠΑ να αποδείξουμε ότι εκείνη η εμφάνιση δεν ήταν σύμπτωση και να επιβραβεύσουμε τους εαυτούς μας. Και το κάναμε... Ίσως το παρακάναμε λίγο με τους πανηγυρισμούς, αλλά ήταν φανταστικά! Την ώρα που οι ΗΠΑ με τη Γαλλία έπαιζαν στον τελικό, κουρασμένοι, εμείς περνούσαμε το καλύτερο πάρτι του κόσμου σε ένα εστιατόριο στο Παρίσι. Κανείς δεν έβλεπε τον τελικό στα κινητά. Όταν μας ειδοποίησαν ότι έπρεπε να εμφανιστούμε στην απονομή, δεν θέλαμε καν να πάμε από το πόσο καλά περνούσαμε στο μαγαζί! Είπαμε: "Δεν χρειαζόμαστε καν τα μετάλλια, είμαστε μια χαρά εδώ!". Αλλά έπρεπε να πάμε. Αυτό το χάλκινο μετάλλιο έλαμπε πραγματικά σαν χρυσό».

Υπήρξαν και δύσκολες στιγμές, όπως στη Ρίγα και ο σοκαριστικός αποκλεισμός από τη Φινλανδία. Ποιο είναι το κύριο δίδαγμα από τέτοιες ήττες;

«Η Ρίγα μου θύμισε πολύ την Κίνα το 2019. Πήγαμε εκεί με την πεποίθηση ότι θα σαρώσουμε τους πάντες, ειδικά μετά την προετοιμασία και την ευρεία νίκη επί της Σλοβενίας στο Βελιγράδι. Και μετά έρχεται ένα νοκ άουτ παιχνίδι, δεν προετοιμάζεσαι όπως πρέπει, η Φινλανδία κάνει το παιχνίδι της ζωής της και χάνεις. Αυτό αποδεικνύει ότι σε τέτοια πρωταθλήματα δεν πρέπει ποτέ να κατεβαίνεις με τη νοοτροπία ότι έχεις ήδη κατακτήσει κάτι, αλλά να πηγαίνεις παιχνίδι με παιχνίδι, ταπεινά, ακριβώς όπως κάναμε στη Μανίλα και στο Παρίσι».

Κάνοντας τον απολογισμό όλων αυτών των ετών με τη φανέλα της εθνικής, ποια είναι η αγαπημένη σου στιγμή;

«Η νίκη επί του Καναδά στον ημιτελικό της Μανίλα. Εκείνη τη στιγμή γνώριζα ότι είχα εξασφαλίσει το πρώτο μου μετάλλιο με την εθνική ομάδα. Όλοι όσοι βρισκόμασταν στο παρκέ δώσαμε τα πάντα και τα συναισθήματα ξεχείλισαν στο κέντρο του γηπέδου μετά τη λήξη, σαν να είχαμε πάρει το χρυσό. Πολλοί παίκτες σε εκείνη την ομάδα δεν είχαν μέχρι τότε κανένα μετάλλιο σε επίπεδο Ανδρών. Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα παιχνίδι και μία στιγμή ως την αγαπημένη μου με τη φανέλα της Σερβίας, είναι αυτή η νίκη».